Δημογραφικό: Όλο και λιγότεροι για όλο και περισσότερους
Το δημογραφικό δεν είναι πλέον μια προειδοποίηση για το μέλλον. Είναι μια αλλαγή που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και αποτυπώνεται καθαρά στους αριθμούς. Η Ελλάδα έχει λιγότερους κατοίκους, πολύ λιγότερες γεννήσεις και έναν πληθυσμό που γίνεται σταθερά μεγαλύτερος σε ηλικία.
Η τελευταία Απογραφή είναι ίσως το πιο καθαρό σημείο εκκίνησης. Το 2021 ο μόνιμος πληθυσμός της χώρας ήταν 10.482.487 κάτοικοι, έναντι 10.816.286 το 2011. Μέσα σε μία δεκαετία χάθηκαν σχεδόν 334.000 κάτοικοι, δηλαδή το 3,1% του πληθυσμού. Και η τάση δεν σταμάτησε εκεί: την 1η Ιανουαρίου 2025 η ΕΛΣΤΑΤ εκτιμούσε τον πληθυσμό της χώρας σε 10.372.335 άτομα.
Το ακόμη πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι μόνο ότι η χώρα μειώνεται πληθυσμιακά. Είναι ποιοι λιγοστεύουν και ποιοι αυξάνονται.
Η σύγκριση των Απογραφών 2011 και 2021 είναι αποκαλυπτική. Τα παιδιά ηλικίας 0–9 ετών μειώθηκαν κατά 16,3%. Οι νέοι 20–29 ετών κατά 22% και οι ηλικίες 30–39 κατά 23,2%. Την ίδια στιγμή, οι ηλικίες 60–69 ετών αυξήθηκαν κατά 16,8%, ενώ οι άνω των 80 ετών κατά 31,3%. Με απλά λόγια, μέσα σε μία μόλις δεκαετία συρρικνώθηκαν έντονα οι ηλικίες από τις οποίες προέρχονται οι νέοι εργαζόμενοι και οι νέες οικογένειες, ενώ αυξήθηκαν σημαντικά οι μεγαλύτερες ηλικίες.
Η εικόνα επιβεβαιώνεται και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σύμφωνα με τη Eurostat, στις αρχές του 2025 η διάμεση ηλικία στην Ελλάδα είχε φθάσει τα 47,2 χρόνια, έναντι 44,9 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι από το 2005 έως το 2025 η διάμεση ηλικία του ελληνικού πληθυσμού αυξήθηκε κατά οκτώ ολόκληρα χρόνια.
Στην άλλη πλευρά της δημογραφικής εξίσωσης βρίσκονται οι γεννήσεις. Το 2024, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, καταγράφηκαν στην Ελλάδα 68.467 γεννήσεις και 126.916 θάνατοι, με αποτέλεσμα φυσική μείωση του πληθυσμού κατά 58.449 άτομα μέσα σε έναν μόνο χρόνο. Η μετανάστευση λειτούργησε ως σημαντικό δημογραφικό ανάχωμα: την ίδια χρονιά εισήλθαν στη χώρα 132.149 άτομα και εξήλθαν 78.014, διαμορφώνοντας θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο 54.135 ατόμων. Έτσι, το θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο κάλυψε ένα πολύ μεγάλο μέρος της φυσικής πληθυσμιακής απώλειας
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η μετανάστευση μπορεί να αποτελέσει από μόνη της λύση στο δημογραφικό πρόβλημα. Μπορεί να περιορίζει αριθμητικά τη δημογραφική συρρίκνωση και να μετριάζει εν μέρει τη γήρανση του πληθυσμού, δεν μπορεί όμως να αναστρέψει από μόνη της τη χαμηλή γεννητικότητα και τη μακροχρόνια μεταβολή της ηλικιακής δομής της χώρας. Παράλληλα, δημιουργεί μια δεύτερη, εξίσου σοβαρή πρόκληση: τη διαχείριση των κοινωνικών μετασχηματισμών που επιφέρει, ώστε οι ανασφάλειες και οι αντιδράσεις που μπορεί να προκαλούνται να μη μετατρέπονται σε καύσιμο πολιτικής πόλωσης και μετατόπισης της δημόσιας συζήτησης προς τα άκρα.
Γιατί το δημογραφικό δεν είναι απλώς ζήτημα του συνολικού αριθμού των κατοίκων. Είναι ζήτημα πόσοι είναι παιδιά, πόσοι βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία και πόσοι είναι ηλικιωμένοι. Σήμερα, το 23,7% του πληθυσμού είναι ήδη 65 ετών και άνω, ενώ τα παιδιά κάτω των 15 αποτελούν μόλις το 12,8%. Για κάθε 100 παιδιά αντιστοιχούν πλέον περίπου 185 άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω.
Οι συνέπειες αυτής της ανατροπής θα γίνονται ολοένα πιο ορατές. Λιγότεροι εργαζόμενοι θα καλούνται να στηρίξουν μεγαλύτερο αριθμό συνταξιούχων, οι ανάγκες σε υγεία και φροντίδα ηλικιωμένων θα αυξάνονται, σχολικές μονάδες θα κλείνουν, ενώ πολλές περιοχές της περιφέρειας θα δυσκολεύονται ακόμη περισσότερο να συγκρατήσουν τους νεότερους κατοίκους τους.
Γι’ αυτό και το δημογραφικό δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με ένα μόνο μέτρο. Ωστόσο, αξίζει να αναρωτηθούμε και για τις ίδιες τις προτεραιότητες της δημόσιας πολιτικής. Το κράτος επιδοτεί με 3.000 ευρώ τη γέννηση τρίτου παιδιού, θέτοντας και εισοδηματικό κριτήριο για την επιδότηση αυτή, και προβλέπει στη συνέχεια εισοδηματικά κλιμακωμένο επίδομα τέκνου. Την ίδια στιγμή, επιδοτεί επίσης με 3.000 ευρώ την αγορά ηλεκτρικού αυτοκινήτου χωρίς εισοδηματικό κριτήριο, ενώ το όχημα απαλλάσσεται και από τα ετήσια τέλη κυκλοφορίας, επίσης χωρίς εισοδηματικό κριτήριο. Προφανώς πρόκειται για δύο διαφορετικές πολιτικές, με διαφορετικούς στόχους. Η σύγκριση, όμως, είναι δύσκολο να περάσει απαρατήρητη όταν το δημογραφικό χαρακτηρίζεται εδώ και χρόνια ως μία από τις μεγαλύτερες εθνικές προκλήσεις.
Η στήριξη μιας οικογένειας δεν εξαντλείται, ασφαλώς, σε ένα επίδομα γέννησης. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν ένα νέο ζευγάρι αισθάνεται ότι μπορεί να αποκτήσει δεύτερο ή τρίτο παιδί χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την οικονομική του ασφάλεια, την εργασία του και την όποια ποιότητα της καθημερινότητά του. Εκεί κρίνεται τελικά η αποτελεσματικότητα μιας δημογραφικής πολιτικής.
Η Ελλάδα δεν γίνεται απλώς μικρότερη πληθυσμιακά. Γίνεται ταυτόχρονα και γηραιότερη. Και αυτή η δεύτερη αλλαγή ίσως είναι τελικά ακόμη σημαντικότερη από την πρώτη.



