f

Get in on this viral marvel and start spreading that buzz! Buzzy was made for all up and coming modern publishers & magazines!

Fb. In. Tw. Be.
Image Alt

Googlareis.gr

Καύσιμα-φωτιά, εισόδημα υπό πίεση

Το κόστος των καυσίμων αναδεικνύεται σε ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα που θα κληθεί να διαχειριστεί η κυβέρνηση το επόμενο διάστημα. Η εξέλιξη των τιμών της αμόλυβδης βενζίνης και, κυρίως, η πραγματική επιβάρυνση που αυτές συνεπάγονται για τα νοικοκυριά αποτυπώνονται χαρακτηριστικά στο Σχήμα.

Η σύγκριση δεν περιορίζεται στην ονομαστική τιμή στην αντλία, αλλά εξετάζει παράλληλα τη φορολογική επιβάρυνση, το επίπεδο οικονομικής ευημερίας κάθε χώρας και το κόστος δύο γεμισμάτων ενός ρεζερβουάρ, συνολικής ποσότητας 100 λίτρων, ως ποσοστό του καθαρού μηνιαίου εισοδήματος. Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι το πρόβλημα για την Ελλάδα δεν είναι απλώς ότι η βενζίνη είναι ακριβή.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 2026 η μέση τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων ανερχόταν σε 2,093 €/λίτρο, ενώ το 53,5% της τελικής τιμής αντιστοιχούσε σε φόρους, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών που εξετάζονται. Ταυτόχρονα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης βρίσκεται μόλις στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ. Το αποτέλεσμα αυτού του συνδυασμού είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό: η αγορά 100 λίτρων βενζίνης, αξίας περίπου 209 ευρώ, αντιστοιχεί στο 21,47% του καθαρού μηνιαίου εισοδήματος που χρησιμοποιείται ως βάση της σύγκρισης (χρησιμοποιείται το διάμεσο ισοδύναμο καθαρό εισόδημα, MED_EI, της Eurostat, σε ευρώ, το οποίο προκύπτει από το καθαρό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα, προσαρμοσμένο ως προς το μέγεθος και τη σύνθεσή τους). Η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι αποκαλυπτική.

Στη Γερμανία, παρότι η τιμή της βενζίνης είναι ακόμη υψηλότερη, στα 2,331 €/λίτρο, το κόστος των 100 λίτρων αντιπροσωπεύει μόλις το 9,68% του αντίστοιχου μηνιαίου εισοδήματος. Στη Γαλλία, με τιμή 2,115 €/λίτρο, δηλαδή ελαφρώς υψηλότερη από την ελληνική, η επιβάρυνση περιορίζεται στο 9,59%, ενώ στη Σουηδία στο 6,67%. Στον αντίποδα, η Βουλγαρία διαθέτει πολύ χαμηλότερη τιμή βενζίνης, 1,571 €/λίτρο, αλλά, εξαιτίας του χαμηλότερου διαθέσιμου εισοδήματος, η επιβάρυνση φθάνει στο 21,27%, σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με την Ελλάδα. Η σύγκριση αυτή δείχνει ότι η πραγματική διάσταση του προβλήματος δεν αποτυπώνεται μόνο στην τιμή της αντλίας, αλλά κυρίως στη σχέση της με το διαθέσιμο εισόδημα και, τελικά, με την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη μετακίνηση.

Βρισκόμαστε λίγες εβδομάδες πριν από την έναρξη της περιόδου διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης, γεγονός που αναμένεται να μεταφέρει ακόμη μεγαλύτερη πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, ιδιαίτερα στις περιοχές της χώρας με αυξημένες ανάγκες θέρμανσης. Παράλληλα, οι συνεχείς ανατιμήσεις των καυσίμων λειτουργούν πολλαπλασιαστικά σε ολόκληρη την οικονομία. Η αύξηση του κόστους μεταφοράς, παραγωγής και διανομής ενσωματώνεται σταδιακά στις τιμές των τροφίμων, των πρώτων υλών και γενικότερα των περισσότερων αγαθών και υπηρεσιών, τροφοδοτώντας νέες πληθωριστικές πιέσεις και περιορίζοντας περαιτέρω το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα. Η ελληνική οικονομία είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε μια τέτοια εξέλιξη.

Η υψηλή φορολογική επιβάρυνση στα καύσιμα συνδυάζεται με σχετικά χαμηλή αγοραστική δύναμη, ενώ σε περιόδους έντονων και διαδοχικών ανατιμήσεων αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία η αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς, ο έλεγχος αδικαιολόγητων περιθωρίων κέρδους και η διασφάλιση πραγματικών συνθηκών ανταγωνισμού. Σε διαφορετική περίπτωση, κάθε εξωτερική αύξηση του ενεργειακού κόστους κινδυνεύει να μετακυλιστεί γρήγορα και ενδεχομένως δυσανάλογα στον τελικό καταναλωτή.

Υπάρχει, παράλληλα, και μια σημαντική δημοσιονομική διάσταση του προβλήματος. Όσο αυξάνονται οι τελικές τιμές των καυσίμων και γενικότερα των προϊόντων, τόσο αυξάνονται, εφόσον δεν υποχωρεί αντίστοιχα η κατανάλωση, και τα έσοδα από τους αναλογικούς φόρους, κυρίως τον ΦΠΑ. Η ακρίβεια μπορεί έτσι να δημιουργεί πρόσθετα φορολογικά έσοδα και, κατ’ επέκταση, περισσότερους διαθέσιμους πόρους για παροχές και αναδιανεμητικές πολιτικές.

Προκύπτει συνεπώς ένα δημοσιονομικό παράδοξο: η άνοδος των τιμών επιβαρύνει έντονα τα νοικοκυριά, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να ενισχύει τα κρατικά έσοδα, γεγονός που περιορίζει, τουλάχιστον ως έναν βαθμό, το δημοσιονομικό κίνητρο για δραστικές παρεμβάσεις με στόχο τη μείωση των τελικών τιμών. Με δεδομένη, τέλος, τη συνεχιζόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή και την έντονη ευαισθησία των διεθνών τιμών του πετρελαίου σε κάθε νέα εξέλιξη, τα σενάρια για τους επόμενους μήνες καθίστανται ιδιαίτερα δυσμενή.

Η κυβέρνηση, επομένως, δεν καλείται να αντιμετωπίσει απλώς μια ακόμη περίοδο υψηλών τιμών στη βενζίνη, αλλά ένα ευρύτερο πρόβλημα με δυνατότητα διάχυσης στο σύνολο του κόστους διαβίωσης. Υπό αυτή την έννοια, η εξέλιξη των τιμών των καυσίμων μπορεί να αποτελέσει έναν από τους κρισιμότερους παράγοντες για την πορεία της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και, κατ’ επέκταση, ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα οικονομικής πολιτικής του αμέσως επόμενου διαστήματος, στο τέλος του οποίου, ας μην ξεχνάμε, βρίσκονται και οι εθνικές εκλογές.