Οι γυναίκες στο Ιράν βγάζουν τη μαντίλα και οδηγούν μηχανάκια
Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο της Μαχσά Αμινί, όλο και περισσότερες Ιρανές αψηφούν ανοιχτά τους κανόνες για το χιτζάμπ. Οι σκληροπυρηνικοί ζητούν καταστολή, αλλά η ηγεσία φοβάται ένα νέο κοινωνικό μέτωπο εν μέσω πολέμου και οικονομικής κρίσης, αποκαλύπτει ρεπορτάζ του CNN.
Στους δρόμους της Τεχεράνης, νεαρές γυναίκες κυκλοφορούν χωρίς μαντίλα. Κάποιες φορούν crop tops και σορτς. Άλλες ανεβαίνουν σε μηχανάκια και διασχίζουν την πόλη με κράνος, αλλά χωρίς χιτζάμπ. Σε βίντεο που κυκλοφορούν στα social media, ομάδες γυναικών οργανώνουν ακόμη και κοινές διαδρομές με scooters, μετατρέποντας μια καθημερινή εικόνα σε πράξη ανοιχτής ανυπακοής.
Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο της Μαχσά Αμινί, που πυροδότησε το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», η σύγκρουση για την υποχρεωτική μαντίλα επιστρέφει στο προσκήνιο του Ιράν. Μόνο που αυτή τη φορά το καθεστώς δείχνει πιο επιφυλακτικό.
Όπως καταγράφει σε εκτενές ρεπορτάζ του το CNN, οι σκληροπυρηνικοί πιέζουν για αυστηρή επαναφορά των κανόνων περί χιτζάμπ, όμως οι αρχές γνωρίζουν ότι ένα νέο κύμα καταστολής θα μπορούσε να ανοίξει ακόμη ένα επικίνδυνο κοινωνικό μέτωπο, την ώρα που η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με πόλεμο, οικονομική πίεση και αναδιοργάνωση του μηχανισμού ασφαλείας.
Στο αποκορύφωμα της σύγκρουσης με τις ΗΠΑ, γυναίκες χωρίς μαντίλα εμφανίζονταν ακόμη και σε φιλοκυβερνητικές συγκεντρώσεις ή στην κρατική τηλεόραση.
Το καθεστώς είχε τότε άλλες προτεραιότητες. Τώρα όμως, καθώς η ένταση στο εσωτερικό επανέρχεται, οι συντηρητικοί κληρικοί και πολιτικοί ζητούν εκ νέου αυστηρή εφαρμογή των κανόνων, χαρακτηρίζοντας συχνά την απουσία χιτζάμπ ως «δημόσια γυμνότητα» ή «παραβίαση της ισλαμικής ευπρέπειας».
Παρά τις προειδοποιήσεις, πολλές γυναίκες συνεχίζουν να αγνοούν επιδεικτικά τις απαγορεύσεις.
Μία γυναίκα από την Τεχεράνη, περίπου 60 ετών, είπε χαρακτηριστικά στο CNN ότι οι αρχές «ακόμη δεν τολμούν να πουν κάτι στον δρόμο». «Τα κορίτσια στην Τεχεράνη κυκλοφορούν με crop tops, σορτς και κάθε είδους ρούχα. Οι μαντίλες πρακτικά δεν υπάρχουν πια», ανέφερε.
Αντί για μαζικές συλλήψεις στους δρόμους, οι αρχές φαίνεται προς το παρόν να στρέφονται περισσότερο στις επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την οργάνωση HRANA, τουλάχιστον επτά καφέ και εστιατόρια στην Τεχεράνη έκλεισαν στις 19 Ιουλίου επειδή δεν επέβαλαν υποχρεωτικό χιτζάμπ στους πελάτες τους.
Στην επαρχία Νότιο Χορασάν, άλλα δέκα καφέ έκλεισαν για παραβιάσεις των λεγόμενων «κοινωνικών κανόνων και των κανόνων υποχρεωτικής μαντίλας».
Η εισαγγελία της Τεχεράνης προειδοποίησε επίσης ότι θα κινηθεί αυστηρά κατά καφέ, εστιατορίων και καταστημάτων που πωλούν ρούχα τα οποία χαρακτηρίζονται «αντισυμβατικά» ή «απρεπή».
Παράλληλα, λογαριασμοί στα social media έχουν μπλοκαριστεί επειδή προβάλλουν γυναίκες που παραβιάζουν τους επίσημους ενδυματολογικούς κανόνες.
Η Amnesty International είχε καταγγείλει στα τέλη του 2024 ότι οι ιρανικές αρχές διεξήγαγαν ουσιαστικά «πόλεμο κατά των γυναικών και των κοριτσιών» μέσω της όλο και πιο βίαιης επιβολής των κανόνων περί μαντίλας. Η εξέγερση καταστάλθηκε. Η κοινωνική αλλαγή, όμως, δεν αντιστράφηκε.
74 μαστιγώσεις για μια τραγουδίστρια
Οι κυρώσεις μπορεί να παραμένουν εξαιρετικά σκληρές. Τον Ιούνιο, η δημοφιλής Ιρανή τραγουδίστρια Παραστού Αχμαντί, μαζί με οκτώ μέλη του συγκροτήματος και της παραγωγής της, καταδικάστηκε στην Κομ σε 74 μαστιγώσεις και διετή απαγόρευση εξόδου από τη χώρα.
Η Αχμαντί είχε εμφανιστεί με ακάλυπτα μαλλιά και γυμνούς ώμους σε συναυλία που είχε μεταδώσει μέσω YouTube το 2024.
Μεταξύ των κατηγοριών ήταν η «προσβολή της δημόσιας αιδούς μέσω παραγωγής και δημοσίευσης χυδαίου και ανήθικου περιεχομένου στον κυβερνοχώρο».
Οι σκληροπυρηνικοί ζητούν αντεπίθεση
Για τους σκληροπυρηνικούς, το ζήτημα έχει μετατραπεί σχεδόν σε μάχη για την ίδια την ταυτότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Ο Χοσεΐν Σαριατμανταρί, διευθυντής της συντηρητικής εφημερίδας Kayhan, υποστηρίζει ότι η επιβολή του χιτζάμπ αποτελεί ταυτόχρονα νομική υποχρέωση και θρησκευτικό καθήκον των κρατικών αξιωματούχων.
Ο Μοχάμαντ Τζαβάντ Χατζ Αλί Ακμπαρί, που ηγείται της προσευχής της Παρασκευής στην Τεχεράνη, έχει καταγγείλει ακόμη και «οργανωμένες προσπάθειες» προώθησης της «γυμνότητας», ισχυριζόμενος ότι ορισμένοι πληρώνονται για να εμφανίζονται δημοσίως με «ακατάλληλη» ενδυμασία.
Σε μικρή συγκέντρωση στο Ισφαχάν, μια πινακίδα συνέδεε ευθέως τις γυναίκες χωρίς μαντίλα με τους εχθρούς της χώρας, παρουσιάζοντάς τες περίπου ως «στρατιώτες» του Ισραήλ.
Η λογική είναι σαφής: για ένα τμήμα του καθεστώτος, η αμφισβήτηση του χιτζάμπ δεν είναι απλώς κοινωνική ανυπακοή. Είναι πράξη πολιτικής απιστίας.
«Μπορείς να αλλάξεις τη συμπεριφορά με νόμους;»
Υπάρχουν, όμως, και εντελώς διαφορετικές φωνές μέσα στο ίδιο το πολιτικό σύστημα. Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν έχει εκφράσει ανοιχτά τον σκεπτικισμό του απέναντι στην επιβολή της μαντίλας μέσω καταναγκασμού.
«Μπορείς πραγματικά να αλλάξεις τη συμπεριφορά των ανθρώπων μέσω νόμων;» διερωτήθηκε.
Αναφερόμενος μάλιστα στην ίδια του την κόρη, είπε ότι μερικές φορές διαφωνεί μαζί του. «Σημαίνει αυτό ότι πρέπει να την αναγκάσω;» ρώτησε.
Και πρόσθεσε ότι «η αλλαγή συμπεριφοράς είναι πολιτισμικό ζήτημα. Έχει να κάνει με την πίστη. Δεν μπορείς να δημιουργήσεις πίστη στους ανθρώπους με τη βία».
Πρώην βουλευτές έχουν επίσης υποστηρίξει ότι η κυβέρνηση θα έπρεπε να ασχολείται περισσότερο με τον πληθωρισμό και το βιοτικό επίπεδο παρά με το εάν οι γυναίκες φορούν μαντίλα.
Το καθεστώς φοβάται μια νέα σπίθα
Η υποχρεωτική μαντίλα θεσμοθετήθηκε μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 και η εμφάνιση μιας γυναίκας σε δημόσιο χώρο χωρίς «ισλαμικό χιτζάμπ» παραμένει ποινικό αδίκημα.
Ακόμη αυστηρότερος νόμος εγκρίθηκε το 2024, προβλέποντας κλιμακούμενες ποινές και εκτεταμένη επιτήρηση. Η εφαρμογή του, όμως, ανεστάλη μετά από παρέμβαση του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας.
Και αυτό ίσως λέει περισσότερα από οτιδήποτε άλλο.
Οι σκληροπυρηνικοί θέλουν να επαναφέρουν τον φόβο. Οι γυναίκες, όμως, δείχνουν ότι έχουν ξεπεράσει ένα μέρος του.



