Politico: «Τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια χρέους των ΗΠΑ απειλούν την Ευρώπη»
Η εκρηκτική αύξηση του αμερικανικού δημόσιου χρέους αρχίζει να αποκτά όλο και πιο έντονα ευρωπαϊκή διάσταση. Με το συνολικό χρέος των ΗΠΑ να έχει ξεπεράσει πλέον τα 40 τρισ. δολάρια, η πίεση δεν περιορίζεται στην Ουάσιγκτον, αλλά περνά μέσα από τις αγορές ομολόγων στο κόστος χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, σύμφωνα με το Politico.
Η μετάδοση γίνεται μέσω ενός πολύ απλού μηχανισμού: όσο οι ΗΠΑ αναγκάζονται να προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις για να προσελκύσουν επενδυτικά κεφάλαια, τόσο περισσότερο αυξάνεται η πίεση και στις υπόλοιπες αγορές κρατικού χρέους. Και αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία κράτη, επιχειρήσεις και τεχνολογικοί όμιλοι διεκδικούν τα ίδια διαθέσιμα κεφάλαια.
Οι πόλεμοι, η δημογραφική γήρανση, οι αυξανόμενες αμυντικές δαπάνες και οι τεράστιες επενδύσεις των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών στην τεχνητή νοημοσύνη δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η ζήτηση για χρήμα αυξάνεται ταχύτερα. Το αποτέλεσμα είναι υψηλότερες αποδόσεις στα ομόλογα και ακριβότερος δανεισμός.
Το Politico επισημαίνει ότι οι αγορές έχουν ήδη αρχίσει να αποτιμούν αυτόν τον νέο κίνδυνο, με τις αποδόσεις κρατικών τίτλων στις δύο πλευρές του Ατλαντικού να κινούνται έντονα ανοδικά.
Το αμερικανικό ντόμινο στις ευρωπαϊκές αποδόσεις
Η πίεση είναι ήδη εμφανής στην Ευρώπη. Η απόδοση του 10ετούς γερμανικού ομολόγου, που αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για την Ευρωζώνη, έφθασε πρόσφατα στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011.
Την ίδια στιγμή, η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου σκαρφάλωσε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 19 ετών, ανεβάζοντας ακόμη περισσότερο τον πήχη για το παγκόσμιο κόστος χρήματος.Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η εξέλιξη μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης και αναχρηματοδότησης των ήδη υψηλών χρεών τους.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο επειδή οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν ταυτόχρονα άμυνα, κοινωνικές δαπάνες, πράσινη μετάβαση, επενδύσεις και τόκους χρέους. Όσο αυξάνεται το κόστος δανεισμού, τόσο περιορίζεται ο δημοσιονομικός χώρος.
Το Politico εκτιμά ότι αρκετές χώρες της ΕΕ μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με δυσάρεστες επιλογές: είτε αυξήσεις φόρων, είτε περικοπές δαπανών, είτε μεγαλύτερη ανοχή σε αυξημένα ελλείμματα.
Η Γαλλία στο επίκεντρο της πίεσης
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η Γαλλία, όπου η άνοδος των αποδόσεων έχει ήδη αποκτήσει έντονη πολιτική διάσταση.
Η Μαρίν Λεπέν αξιοποίησε την επιδείνωση της αγοράς γαλλικών ομολόγων, χαρακτηρίζοντάς την «αδυσώπητο λογαριασμό για 10 χρόνια μακρονισμού» και ζητώντας ριζική αλλαγή στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών.
Από την άλλη πλευρά, ο πρώην υπουργός Οικονομικών Μπρουνό λε Μερ αντέτεινε ότι το κόμμα της Λεπέν έχει επανειλημμένα αντιταχθεί σε μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, μεταξύ άλλων και σε μεταρρυθμίσεις που στόχευαν στον περιορισμό των μελλοντικών δαπανών.
Πίσω από την πολιτική αντιπαράθεση βρίσκεται ένα καθαρά οικονομικό πρόβλημα: ο κίνδυνος αναχρηματοδότησης.
Καθώς παλαιότερα γαλλικά ομόλογα που είχαν εκδοθεί σε εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια λήγουν, το Παρίσι καλείται να τα αντικαταστήσει με νέο χρέος πολύ ακριβότερο. Η διαφορά στο κόστος συσσωρεύεται σταδιακά και επιβαρύνει ολοένα περισσότερο τον κρατικό προϋπολογισμό.
Οι δαπάνες για τόκους στη Γαλλία αναμένεται να εκτοξευθούν από περίπου 30 δισ. ευρώ το 2020 σε 124 δισ. ευρώ έως το 2030.
Πρόκειται για ένα τεράστιο ποσό που διαφορετικά θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει επενδύσεις, νοσοκομεία, φορολογικές ελαφρύνσεις, αμυντικές δαπάνες ή έργα πράσινης μετάβασης.
Το τέλος της εποχής του φθηνού χρήματος
Το γαλλικό πρόβλημα είναι στην πραγματικότητα μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής μεταβολής.
Το δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης αυξήθηκε από περίπου 66% του ΑΕΠ το 2007 σε σχεδόν 88%, μετά από διαδοχικές κρίσεις, από τη χρηματοπιστωτική κατάρρευση του 2008 έως την πανδημία και τις γεωπολιτικές αναταράξεις των τελευταίων ετών.
Για περισσότερο από μία δεκαετία, το βάρος αυτό παρέμενε διαχειρίσιμο χάρη στα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια. Από το 2009 έως το 2022, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατηρούσε το κόστος χρήματος σε επίπεδα που επέτρεπαν στα κράτη να αναχρηματοδοτούν τα χρέη τους σχεδόν χωρίς επιβάρυνση.
Η επιστροφή του πληθωρισμού ανέτρεψε αυτή την ισορροπία.
Ο Ντέιβιντ Ρις της Schroders θεωρεί πιθανές ακόμη δύο αυξήσεις επιτοκίων κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες έως το τέλος του έτους, εξέλιξη που θα διατηρούσε το κόστος χρηματοδότησης σε υψηλά επίπεδα.
Έτσι, τίτλοι που εκδόθηκαν πριν από μία δεκαετία με σχεδόν μηδενικό κόστος πρέπει τώρα να αναχρηματοδοτηθούν με επιτόκια πολύ πιο κοντά στα ιστορικά φυσιολογικά επίπεδα.
Ιταλία και Ισπανία σε διαφορετική θέση
Οι πιέσεις δεν κατανέμονται ομοιόμορφα.
Η Ιταλία εξακολουθεί να έχει εξαιρετικά υψηλό δημόσιο χρέος, όμως αντιμετωπίζει σχετικά μικρότερη μεταβολή στο κόστος αναχρηματοδότησης. Οι αποδόσεις των νέων τίτλων δεν απέχουν δραματικά από τα επίπεδα που πλήρωνε η χώρα πριν από μία δεκαετία, όταν ακόμη κουβαλούσε το βάρος της κρίσης χρέους.
Η Ισπανία, αντίθετα, έχει στηριχθεί στην ταχεία αύξηση του πληθυσμού και του ΑΕΠ, που διευρύνουν τη φορολογική βάση και διευκολύνουν την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Το χρέος της αναμένεται να υποχωρήσει ξανά κάτω από το 100% του ΑΕΠ.
Ωστόσο, και οι δύο χώρες εισέρχονται σε πολιτικά ευαίσθητη περίοδο, με το 2027 να φέρνει κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις σε πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες. Το Politico σημειώνει ότι εκλογικοί κύκλοι αναμένονται επίσης σε Ελλάδα, Φινλανδία, Εσθονία, Σλοβακία και Πολωνία.
Αυτό σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να ισορροπήσουν ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία και στις απαιτήσεις των ψηφοφόρων για περισσότερες παροχές ή χαμηλότερη φορολογία.
Γιατί δεν μιλά ακόμη κανείς για νέα κρίση χρέους
Παρά την επιδείνωση των συνθηκών, το βασικό σενάριο δεν προβλέπει επανάληψη της ευρωπαϊκής κρίσης κρατικού χρέους της προηγούμενης δεκαετίας.
Το συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα της Ευρωζώνης παραμένει περίπου στο μισό του αντίστοιχου αμερικανικού, ενώ η ΕΕ και η ΕΚΤ έχουν δημιουργήσει περισσότερους μηχανισμούς προστασίας και διαχείρισης κρίσεων σε σχέση με το 2010.
Παράλληλα, οι μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης του Φρίντριχ Μερτς στη Γερμανία θα μπορούσαν να στηρίξουν μεσοπρόθεσμα την ανάπτυξη τόσο της γερμανικής όσο και της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Ωστόσο, η ζώνη ασφαλείας έχει περιοριστεί.
Ο Ολιβιέ Μπλανσάρ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, προειδοποιεί ότι υπάρχει μια ευρεία περιοχή όπου μια κρίση μπορεί να εκδηλωθεί ή να αποφευχθεί ανάλογα με τη διάθεση των επενδυτών. Για τη Γαλλία, θεωρεί μάλιστα πιθανό ότι αυτή η «ζώνη κινδύνου» έχει ήδη αρχίσει.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της ανάλυσης του Politico: το αμερικανικό χρέος των 40 τρισ. δολαρίων δεν είναι ένα απομονωμένο δημοσιονομικό πρόβλημα.
Σε μια παγκόσμια αγορά όπου οι ΗΠΑ δανείζονται τεράστια ποσά, οι τεχνολογικοί κολοσσοί επενδύουν δισεκατομμύρια στην τεχνητή νοημοσύνη και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αυξάνουν τις αμυντικές τους δαπάνες, ο ανταγωνισμός για κεφάλαια γίνεται εντονότερος.
Όσο περισσότερο χρήμα απορροφά η αμερικανική αγορά χρέους, τόσο πιο υψηλή απόδοση απαιτούν οι επενδυτές και από τους υπόλοιπους δανειολήπτες.
Με αυτόν τον τρόπο, το κόστος του αμερικανικού χρέους μπορεί να μετατραπεί σε ακριβότερο χρήμα για ολόκληρη την Ευρώπη, σε μια συγκυρία όπου τα δημόσια οικονομικά βρίσκονται ήδη υπό πίεση και ο πολιτικός χώρος για νέες περικοπές ή αυξήσεις φόρων γίνεται όλο και στενότερος.



