«Το πλοίο του Οδυσσέα»: Το αρχαιότερο άθικτο ναυάγιο του κόσμου βρίσκεται εδώ και 2.400 χρόνια στα βάθη της Μαύρης Θάλασσας
Περισσότερα από 2.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα του βυθού της Μαύρης Θάλασσας ερεύνησε το Black Sea Maritime Archaeology Project, αποκαλύπτοντας 65 ναυάγια διαφορετικών εποχών.
Ανάμεσά τους βρέθηκε, στα τέλη του 2017, ένα ελληνικό εμπορικό πλοίο που χρονολογείται περίπου στο 400 π.Χ.. Ένα μικρό δείγμα ξύλου υποβλήθηκε σε χρονολόγηση άνθρακα, επιβεβαιώνοντας ότι το πλοίο είναι τουλάχιστον 2.400 ετών. Η ανακοίνωση της ανακάλυψης έγινε στις 23 Οκτωβρίου 2018 από το Πανεπιστήμιο του Southampton, το οποίο συμμετείχε στην αποστολή. Οι ερευνητές το χαρακτήρισαν τότε το αρχαιότερο γνωστό άθικτο ναυάγιο στον κόσμο.
Η Μαύρη Θάλασσα έγινε φυσική «κάψουλα» διατήρησης
Το εύρημα είχε ιδιαίτερη σημασία επειδή η μορφή του πλοίου θύμιζε παραστάσεις αρχαίων ελληνικών αγγείων. Οι ερευνητές το συνέκριναν, μεταξύ άλλων, με το περίφημο Αγγείο των Σειρήνων που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο. Για πρώτη φορά υπήρχε η δυνατότητα να μελετηθεί ένα πραγματικό ελληνικό πλοίο αυτού του τύπου και όχι μόνο οι καλλιτεχνικές απεικονίσεις του.

Το ναυάγιο βρισκόταν σε βάθος μεγαλύτερο των 2.000 μέτρων, σε σημείο όπου οι συνθήκες είχαν συμβάλει στην εξαιρετική διατήρησή του. Η ιδιαιτερότητα της Μαύρης Θάλασσας βρίσκεται στη στρωμάτωση των υδάτων της. Τα ανώτερα στρώματα περιέχουν οξυγόνο, ενώ σε μεγάλο βάθος επικρατούν ανοξικές συνθήκες, δηλαδή απουσιάζει το οξυγόνο. Αυτό περιόρισε δραστικά τη δράση των οργανισμών που υπό κανονικές συνθήκες αποσυνθέτουν το ξύλο. Σε ένα πιο ρηχό ναυάγιο, βακτήρια, μύκητες και θαλάσσιοι οργανισμοί θα μπορούσαν να έχουν καταστρέψει μεγάλο μέρος του ξύλινου πλοίου. Στα βάθη της Μαύρης Θάλασσας, όμως, το περιβάλλον λειτούργησε διαφορετικά, επιτρέποντας σε οργανικά υλικά να διατηρηθούν για χιλιάδες χρόνια.
Ιστός, πηδάλια και καθίσματα παρέμειναν αναγνωρίσιμα
Η διατήρηση ήταν τέτοια ώστε βασικά στοιχεία της κατασκευής του πλοίου παρέμεναν αναγνωρίσιμα. Ο ιστός, τα πηδάλια και τα καθίσματα των κωπηλατών μπορούσαν να εντοπιστούν, προσφέροντας στους αρχαιολόγους στοιχεία για την κατασκευή και τη ναυσιπλοΐα της κλασικής εποχής. Το γεγονός ότι ένα πλοίο της κλασικής περιόδου παρέμενε σε τόσο καλή κατάσταση σε βάθος άνω των δύο χιλιομέτρων θεωρήθηκε ιδιαίτερα σημαντικό για τη μελέτη της αρχαίας ναυπηγικής.

Η έρευνα δεν πραγματοποιήθηκε από δύτες, καθώς σε τέτοιο βάθος η πίεση, το σκοτάδι και οι συνθήκες του περιβάλλοντος καθιστούν την άμεση ανθρώπινη εξερεύνηση εξαιρετικά δύσκολη. Οι αρχαιολόγοι χρησιμοποίησαν τηλεκατευθυνόμενα υποβρύχια οχήματα (ROV), τα οποία κατέγραψαν το ναυάγιο με κάμερες και ειδικό εξοπλισμό. Το πρόγραμμα χρησιμοποίησε επίσης προηγμένες τεχνικές τρισδιάστατης καταγραφής και φωτογραμμετρίας, επιτρέποντας στους ερευνητές να δημιουργήσουν λεπτομερή ψηφιακά μοντέλα χωρίς να διαταράξουν τον βυθό. Συνολικά, οι έρευνες του Black Sea MAP αποκάλυψαν 65 ναυάγια, από ρωσικά/κοζάκικα πλοία του 17ου αιώνα έως ρωμαϊκά εμπορικά πλοία και άλλα σκάφη διαφορετικών περιόδων.

Τι μετέφερε το πλοίο παραμένει άγνωστο
Παρά τις εικόνες που έδωσαν τα ROV, το εσωτερικό του πλοίου δεν έχει αποκαλύψει όλα τα μυστικά του. Το φορτίο του παραμένει άγνωστο, ενώ δεν υπάρχουν ακόμη όλες οι απαντήσεις για τη διαδρομή που ακολούθησε ή τις συνθήκες που προκάλεσαν τη βύθισή του.
Οι ερευνητές δεν χρειάστηκε να σηκώσουν το πλοίο από τον πυθμένα, αντίθετα, η ψηφιακή καταγραφή τους επέτρεψε να το μελετήσουν στο φυσικό του περιβάλλον, χωρίς να προκαλέσουν αλλαγές που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αρχαίο ξύλο. Έτσι, στα βάθη της Μαύρης Θάλασσας παραμένει ένα από τα πιο εντυπωσιακά διατηρημένα κατάλοιπα της αρχαίας ελληνικής ναυσιπλοΐας: ένα πλοίο που κατασκευάστηκε πριν από περίπου 2.400 χρόνια και εξακολουθεί να βρίσκεται στον βυθό, εκεί όπου οι ιδιαίτερες συνθήκες της θάλασσας βοήθησαν να διατηρηθεί.



