Η βασική αλλαγή που φέρνει το νέο κληρονομικό δίκαιο – Τι αλλάζει για τα ζευγάρια
Μια σειρά από αλλαγές και κρίσιμες τροποποιήσεις έχει φέρει το νέο κληρονομικό δίκαιο το οποίο ισχύει στη χώρα μας από 16 Σεπτεμβρίου 2026. Μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι εισάγει μια τομή, αφού για πρώτη φορά, αναγνωρίζεται ρητά στον μόνιμο σύντροφο που ζει σε ελεύθερη ένωση, σημαντικός ρόλος στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή. Πρόκειται για μια καινοτομία, όπως έχει σχολιαστεί και από τον νομικό κόσμο.
Ο σύντροφος «δεν ανταγωνίζεται» τους συγγενείς του κληρονομουμένου των προηγούμενων τάξεων. Προηγούνται οι κατιόντες (πρώτη τάξη), οι γονείς, τα αδέλφια και τα τέκνα και οι εγγονοί αδελφών (δεύτερη τάξη), ο επιζών σύζυγος, ο οποίος καλείται, ανάλογα με την περίπτωση, μαζί με τους συγγενείς της πρώτης ή της δεύτερης τάξης ή και μόνος του (τρίτη τάξη), και στη συνέχεια οι παππούδες, οι γιαγιάδες και από τους κατιόντες τους τα τέκνα και οι εγγονοί (τέταρτη τάξη).
Ο μόνιμος σύντροφος καλείται μόνο εφόσον δεν υπάρχει σύζυγος ούτε συγγενής που να καλείται στις προηγούμενες τάξεις. Με άλλα λόγια, η ρύθμιση ενεργοποιείται όταν δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος από τις προηγούμενες τάξεις και, διαφορετικά, η κληρονομία θα κατέληγε στο Δημόσιο.
Απευθυνθήκαμε στη δικηγόρο Ειρήνη Αουάντ για να μας αποσαφηνίσει το νέο κληρονομικό δίκαιο και τις αλλαγές που προβλέπει για τα ζευγάρια που δεν έχουν συνάψει γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης.
Οι προϋποθέσεις, η στέγη και τα δικαιώματα του επιζώντος συντρόφου
Όπως επισημαίνει η δικηγόρος Ειρήνη Αουάντ, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί ο σύντροφος για να κληρονομήσει είναι τρεις: Πρώτον, δεν πρέπει να υπάρχει σύζυγος ή συγγενής του κληρονομουμένου που να καλείται σε προηγούμενη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής. Δεύτερον, η ελεύθερη ένωση πρέπει να έχει διαρκέσει τουλάχιστον τρία χρόνια πριν από τον θάνατο. Ο χρονικός αυτός περιορισμός δεν ισχύει εάν ο σύντροφος και ο κληρονομούμενος είχαν αποκτήσει κοινά τέκνα, τα οποία εξέπεσαν πριν ή μετά την επαγωγή. Τρίτον, ο σύντροφος δεν αποκτά αυτομάτως την κληρονομία μόνο και μόνο επειδή συντρέχουν οι παραπάνω πραγματικές προϋποθέσεις.
Πρέπει να υποβάλει σχετική αίτηση ενώπιον του δικαστηρίου της κληρονομίας, μέσα στην προβλεπόμενη στο νόμο προθεσμία για την αποποίηση της κληρονομίας.
Το δικαστήριο βεβαιώνει τη συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων. Στη σχετική διαδικασία καλείται υποχρεωτικά και το Ελληνικό Δημόσιο. Η δικαστική αυτή διαδικασία λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλίδα, ώστε να μην μπορεί κάποιος απλώς να επικαλείται την τριετή μόνιμη συμβίωση και να αποκτά την κληρονομία εις βάρος του Δημοσίου.
Η κ. Αουάντ σχολιάζει ακόμη και ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της νέας ρύθμισης. «Ο μόνιμος σύντροφος πρέπει να κινηθεί εντός της προβλεπόμενης στο νόμο προθεσμίας αποποίησης, δηλαδή, μέσα σε τέσσερις μήνες από τότε που πληροφορείται την επαγωγή της κληρονομίας και τον λόγο για τον οποίο καλείται ως κληρονόμος. Εάν η προθεσμία παρέλθει χωρίς να υποβληθεί η απαιτούμενη αίτηση, ο σύντροφος δεν καθίσταται εξ αδιαθέτου κληρονόμος.
Η επιλογή του νομοθέτη να απαιτείται δικαστική βεβαίωση συνδέεται ακριβώς με την ανάγκη προστασίας των συμφερόντων του Δημοσίου. Η νέα ρύθμιση επιχειρεί, από τη μία πλευρά, να αναγνωρίσει την πραγματική οικογενειακή σχέση μιας μακροχρόνιας ελεύθερης ένωσης και, από την άλλη, να αποτρέψει καταχρηστικές ή αβάσιμες αξιώσεις».
Πολύ σημαντικό είναι να διευκρινιστεί με το νέο κληρονομικό δίκαιο, τι γίνεται με τα προσωπικά και οικιακά αντικείμενα του ζευγαριού και αν πάρχει κάποιο ειδικό δικαίωμα του επιζώντος συντρόφου. Όπως λέει στο Reader η κ. Αουάντ, το νέο καθεστώς επεκτείνει στον μόνιμο σύντροφο σε ελεύθερη ένωση το δικαίωμα στο λεγόμενο «εξαίρετο».
«Ο επιζών σύζυγος λαμβάνει, ανεξάρτητα από την τάξη στην οποία καλείται, τα έπιπλα, σκεύη, ενδύματα και άλλα παρόμοια οικιακά αντικείμενα που χρησιμοποιούσε είτε μόνος του είτε μαζί με τον κληρονομούμενο. Εάν υπάρχουν τέκνα του κληρονομουμένου, λαμβάνονται υπόψη και οι ανάγκες τους, όταν αυτό επιβάλλεται από ειδικές περιστάσεις και για λόγους επιείκειας. Το εξαίρετο αναγνωρίζεται και στον μόνιμο σύντροφο σε ελεύθερη ένωση, εφόσον η συμβίωση είχε τη νόμιμα απαιτούμενη διάρκεια των τριών ετών ή, χωρίς χρονικό περιορισμό, εφόσον υπήρχαν κοινά τέκνα.
Η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί στο να προστατεύσει τον σύντροφο από το ενδεχόμενο να στερηθεί, μετά τον θάνατο του ανθρώπου με τον οποίο ζούσε, τα κινητά πράγματα που ήταν απαραίτητα για τη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου που είχε μέχρι τότε. Σημαντικό είναι ότι τα αντικείμενα που αποτελούν το εξαίρετο περιέρχονται άμεσα και αυτοδικαίως στον δικαιούχο»
Τι συμβαίνει με τη στέγη που μοιράζονταν; Μπορεί ο επιζών σύντροφος να παραμείνει σε αυτήν;
«Ο επιζών σύντροφος μπορεί να παραμένει στη στέγη», απαντάει η κ. Αουάντ και αυτή είναι μία ακόμη σημαντική προστατευτική ρύθμιση.«Εφόσον δεν υπάρχει σύζυγος και στην κληρονομία περιλαμβάνεται ακίνητο που αποτελούσε, όσο ζούσε ο κληρονομούμενος, τον κύριο τόπο διαμονής τόσο του ίδιου όσο και του μόνιμου συντρόφου του, ο σύντροφος αποκτά, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 1817, το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της οικογενειακής στέγης χωρίς αντάλλαγμα για ένα έτος από τον θάνατο.
Και εδώ, όπως και στο εξαίρετο, απαιτείται κατ’ αρχήν τριετής μόνιμη συμβίωση πριν από τον θάνατο, ενώ δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός εφόσον ο σύντροφος και ο κληρονομούμενος είχαν αποκτήσει κοινά τέκνα. Το δικαίωμα αυτό λειτουργεί ως κληροδοσία εκ του νόμου: περιέρχεται στον μόνιμο σύντροφο άμεσα και αυτοδικαίως. Σκοπός του είναι να μην βρεθεί ο επιζών σύντροφος, αμέσως μετά τον θάνατο του ανθρώπου με τον οποίο συγκατοικούσε, χωρίς τη δυνατότητα να συνεχίσει να χρησιμοποιεί την κοινή τους κατοικία».
Από πότε ισχύουν οι νέες διατάξεις
Οι νέες ρυθμίσεις για τον μόνιμο σύντροφο σε ελεύθερη ένωση, εφαρμόζονται στις κληρονομικές σχέσεις προσώπων των οποίων ο θάνατος επέρχεται από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 και εφεξής. Επομένως, καθοριστικό στοιχείο για την εφαρμογή του νέου καθεστώτος είναι η ημερομηνία του θανάτου. Για θανάτους που επήλθαν πριν από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 εφαρμόζεται, κατά κανόνα, το προηγούμενο κληρονομικό δίκαιο.



