Η ανάλυση μεταλλαξογένεσης έδειξε ότι οι αλλαγές σε ένα μόνο σημείο της πρωτεΐνης ακίδας (S) δεν επηρέαζαν σημαντικά τη δέσμευση, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο ιός θα μπορούσε να υποστεί μεταλλάξεις χωρίς να χάνει την ικανότητά του να προσδένεται στον ACE2. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς μια τέτοια ικανότητα αυξάνει τις πιθανότητες προσαρμογής του ιού σε νέους ξενιστές.

Αποτελεσματικότητα φαρμάκων και πιθανές θεραπείες

Οι επιστήμονες αξιολόγησαν επίσης πιθανές θεραπευτικές παρεμβάσεις και διαπίστωσαν ότι:

  • Τα μονοκλωνικά αντισώματα που στοχεύουν την υπομονάδα S2 εμπόδισαν την είσοδο του ιού στα κύτταρα.
  • Αντιθέτως, τα αντισώματα που έχουν σχεδιαστεί για τον SARS-CoV-2 δεν είχαν αποτελεσματικότητα, γεγονός που δείχνει ότι τα υπάρχοντα εμβόλια μπορεί να μην προσφέρουν προστασία.
  • Τα αντιιικά φάρμακα νιρματρελβίρη, ρεμδεσιβίρη και GC376 ανέστειλαν τον πολλαπλασιασμό του ιού.
  • Η θεραπεία με θρυψίνη αύξησε την είσοδο του ιού στα κύτταρα, γεγονός που δείχνει ότι η πρωτεΐνη S του ιού είναι λιγότερο αποτελεσματική στη διάσπαση σε σύγκριση με τον MERS-CoV, κάτι που μπορεί να εξηγεί τη χαμηλότερη μεταδοτικότητά του.

Ποιες είναι οι προοπτικές

Παρόλο που ο HKU5-CoV-2 διαθέτει μηχανισμούς που του επιτρέπουν να μολύνει ανθρώπινα κύτταρα, οι χαμηλότερες δυνατότητες πρόσδεσης στον ACE2 και η διάσπαση της πρωτεΐνης ακίδας περιορίζουν τον άμεσο κίνδυνο μετάδοσης στον άνθρωπο.

Ωστόσο, η ικανότητά του να προσαρμόζεται και να ανέχεται μεταλλάξεις σημαίνει ότι ο ιός θα μπορούσε να εξελιχθεί περαιτέρω, ενδεχομένως αποκτώντας υψηλότερη μεταδοτικότητα ή και μεγαλύτερη παθογένεια.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι απαιτείται συνεχής παρακολούθηση και ενίσχυση της έρευνας για τους κορονοϊούς των νυχτερίδων, ώστε να προληφθούν μελλοντικές πανδημίες πριν αυτοί οι ιοί προσαρμοστούν πλήρως στον άνθρωπο.